|
European Group on Tort Law |
|
European Group on Tort Law |
|
Principles of European Tort Law |
|
Αρχές
του Ευρωπαϊκού Δικαίου των αδικοπραξιών |
|
|
|
ΤΙΤΛΟΣ Ι. Βασικός
κανόνας |
|
|
|
Κεφάλαιο 1. Βασικός
κανόνας |
|
|
|
Άρθ. 1:101. Βασικός
κανόνας |
|
(1) A
person to whom damage to another is legally attributed is liable
to compensate that damage. |
|
(1) Το πρόσωπο στο οποίο
καταλογίζεται η πρόκληση ζημίας σε άλλον ευθύνεται προς
αποκατάσταση αυτής της ζημίας. |
|
(2) Damage
may be attributed in particular to the person |
|
(2) Ζημία μπορεί να
καταλογισθεί ειδικότερα στο πρόσωπο εκείνο του οποίου |
|
a) whose
conduct constituting fault has caused it; or |
|
α) η υπαίτια συμπεριφορά έχει
προκαλέσει τη ζημία ή |
|
b) whose
abnormally dangerous activity has caused it; or |
|
β) η ασυνήθιστα επικίνδυνη
δραστηριότητα έχει προκαλέσει τη ζημία ή |
|
c) whose
auxiliary has caused it within the scope of his functions. |
|
γ) ο προστηθείς την έχει
προκαλέσει τη ζημία κατά εκτέλεση των καθηκόντων του. |
|
|
|
ΤΙΤΛΟΣ
ΙΙ. Γενικές προϋποθέσεις ευθύνης |
|
|
|
Κεφάλαιο 2. Ζημία |
|
|
|
|
|
Damage
requires material or immaterial harm to a legally protected
interest. |
|
Η ζημία προϋποθέτει
περιουσιακή ή μη περιουσιακή βλάβη ενός εννόμως προστατευόμενου
συμφέροντος. |
|
|
|
Άρθ. 2:102.
Προστατευόμενα συμφέροντα |
|
(1) The
scope of protection of an interest depends on its nature; the
higher its value, the precision of its definition and its
obviousness, the more extensive is its protection. |
|
(1) Η έκταση της προστασίας
ενός συμφέροντος εξαρτάται από τη φύση του: όσο μεγαλύτερη η
αξία του, η ακρίβεια του καθορισμού του και το πρόδηλό του τόσο
ευρύτερη είναι και η προστασία του. |
|
(2) Life,
bodily or mental integrity, human dignity and liberty enjoy the
most extensive protection. |
|
(2) Η ζωή, η σωματική ή
πνευματική ακεραιότητα, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και η ελευθερία
απολαμβάνουν της ευρύτερης προστασίας. |
|
(3)
Extensive protection is granted to property rights, including
those in intangible property. |
|
(3) Ευρεία προστασία
παρέχεται στα περιουσιακά δικαιώματα, στα οποία
συμπεριλαμβάνονται και τα δικαιώματα στην άϋλη περιουσία. |
|
(4)
Protection of pure economic interests or contractual
relationships may be more limited in scope. In such cases, due
regard must be had especially to the proximity between the actor
and the endangered person, or to the fact that the actor is
aware of the fact that he will cause damage even though his
interests are necessarily valued lower than those of the victim. |
|
(4) Η προστασία των αμιγώς
οικονομικών συμφερόντων ή των συμβατικών σχέσεων μπορεί να είναι
περισσότερο περιορισμένη σε έκταση. Σε τέτοιες περιπτώσεις,
δέουσα προσοχή πρέπει ιδίως να δοθεί στην εγγύτητα της σχέσης
μεταξύ του δράστη και του διακινδυνεύσαντος ατόμου ή στο γεγονός
ότι ο δράστης έχει επίγνωση του γεγονότος ότι θα προκαλέσει
ζημία αν και τα συμφέροντά του αναγκαίως είναι μικρότερης αξίας
από αυτά του θύματος. |
|
(5) The
scope of protection may also be affected by the nature of
liability, so that an interest may receive more extensive
protection against intentional harm than in other cases. |
|
(5) Η έκταση της προστασίας
μπορεί επίσης να επηρεάζεται από τη φύση της ευθύνης, έτσι ώστε
ένα συμφέρον μπορεί να απολαμβάνει ευρύτερης προστασίας σε
περίπτωση εκ προθέσεως προσβολών απ’ ό,τι σε άλλες περιπτώσεις. |
|
(6) In
determining the scope of protection, the interests of the actor,
especially in liberty of action and in exercising his rights, as
well as public interests also have to be taken into
consideration. |
|
(6) Για τον καθορισμό της
έκτασης της προστασίας, τα συμφέροντα του δράστη, ιδίως κατά την
ελευθερία δράσης και την άσκηση των δικαιωμάτων του, όπως και τα
δημόσια συμφέροντα πρέπει επίσης να λαμβάνονται υπόψη. |
|
|
|
Άρθ. 2:103. Το
νόμιμο της ζημίας |
|
Losses
relating to activities or sources which are regarded as
illegitimate cannot be recovered. |
|
Ζημίες σχετιζόμενες με
δραστηριότητες ή πηγές που θεωρούνται παράνομες δεν μπορούν να
αποκατασταθούν. |
|
|
|
|
|
Expenses
incurred to prevent threatened damage amount to recoverable
damage in so far as reasonably incurred. |
|
Δαπάνες προς πρόληψη
απειλούμενης ζημίας αποκαθίστανται στο βαθμό που είναι εύλογες. |
|
|
|
Άρθ. 2:105. Απόδειξη
της ζημίας |
|
Damage
must be proved according to normal procedural standards. The
court may estimate the extent of damage where proof of the exact
amount would be too difficult or too costly. |
|
Η ζημία πρέπει να
αποδεικνύεται σύμφωνα με τους συνήθεις δικονομικούς κανόνες. Το
δικαστήριο μπορεί να εκτιμήσει την έκταση της ζημίας όταν η
απόδειξη του ακριβούς ποσού θα ήταν εξαιρετικάδύσκολη ή
εξαιρετικάδαπανηρή. |
|
|
|
Κεφάλαιο 3. Αιτιώδης
σύνδεσμος |
|
|
|
Ενότητα 1. Αναγκαίος
όρος (conditio sine qua non) και διακρίσεις |
|
|
|
|
|
An
activity or conduct (hereafter: activity) is a cause of the
victim’s damage if, in the absence of the activity, the damage
would not have occurred. |
|
Μια δραστηριότητα ή
συμπεριφορά (εφεξής δραστηριότητα) είναι η αιτία της ζημίας του
θύματος αν, μη υπαρχούσης της δραστηριότητας αυτής, η ζημία δε
θα επερχόταν. |
|
|
|
Άρθ. 3:102.
Συντρέχουσες αιτίες |
|
In case of
multiple activities, where each of them alone would have caused
the damage at the same time, each activity is regarded as a
cause of the victim’s damage. |
|
Σε περίπτωση πλειόνων
δραστηριοτήτων, από τις οποίες καθεμία μόνη της θα είχε
προκαλέσει τη ζημία κατά τον ίδιο χρόνο, κάθε δραστηριότητα
θεωρείται αιτία της ζημίας του θύματος. |
|
|
|
Άρθ. 3:103.
Διαζευκτικές αιτίες |
|
(1) In
case of multiple activities, where each of them alone would have
been sufficient to cause the damage, but it remains uncertain
which one in fact caused it, each activity is regarded as a
cause to the extent corresponding to the likelihood that it may
have caused the victim’s damage. |
|
(1) Σε περίπτωση πλειόνων
δραστηριοτήτων, από τις οποίες καθεμία μόνη της θα αρκούσε για
να προκαλέσει τη ζημία, αλλά παραμένει αβέβαιο ποια πράγματι την
προκάλεσε, κάθε δραστηριότητα θεωρείται αιτία εάν είναι πιθανό
να έχει προκαλέσει τη ζημία του θύματος. |
|
(2) If, in
case of multiple victims, it remains uncertain whether a
particular victim’s damage has been caused by an activity, while
it is likely that it did not cause the damage of all victims,
the activity is regarded as a cause of the damage suffered by
all victims in proportion to the likelihood that it may have
caused the damage of a particular victim. |
|
(2) Αν, σε περίπτωση πλειόνων
θυμάτων, παραμένει αβέβαιο αν ενός συγκεκριμένου θύματος η ζημία
έχει προκληθεί από μια δραστηριότητα, ενώ είναι πιθανό η
συγκεκριμένη δραστηριότητα να μην έχει προκαλέσει τη ζημία όλων
των θυμάτων, η δραστηριότητα αυτή θεωρείται αιτία της ζημίας που
έχουν υποστεί όλα τα θύματα ανάλογα με την πιθανότητα να έχει
προκαλέσει τη ζημία ενός συγκεκριμένου θύματος. |
|
|
|
Άρθ. 3:104.
Επακολουθούσες αιτίες |
|
(1) If an
activity has definitely and irreversibly led the victim to
suffer damage, a subsequent activity which alone would have
caused the same damage is to be disregarded. |
|
(1) Αν μια δραστηριότητα έχει
οριστικά και μη αναστρέψιμα προκαλέσει ζημία στο θύμα,
επακολουθούσα δραστηριότητα η οποία αυτοτελώς θα μπορούσε να
είχε προκαλέσει την ίδια ζημία δεν λαμβάνεται υπόψη. |
|
(2) A
subsequent activity is nevertheless taken into consideration if
it has led to additional or aggravated damage. |
|
(2) Επακολουθούσα
δραστηριότητα λαμβάνεται υπόψη μόνο αν έχει οδηγήσει σε
επιπρόσθετη ή επιταθείσα ζημία. |
|
(3) If the
first activity has caused continuing damage and the subsequent
activity later on also would have caused it, both activities are
regarded as a cause of that continuing damage from that time on. |
|
(3) Αν η πρώτη δραστηριότητα
προκάλεσε συνεχιζόμενη ζημία την οποία θα είχε προκαλέσει επίσης
και η επακολουθούσα δραστηριότητα, εφεξής και οι δύο
δραστηριότητες θεωρούνται αιτίες αυτής της συνεχιζόμενης ζημίας. |
|
|
|
Άρθ. 3:105. Αβέβαιη
μερική αιτιότητα |
|
In the
case of multiple activities, when it is certain that none of
them has caused the entire damage or any determinable part
thereof, those that are likely to have [minimally] contributed
to the damage are presumed to have caused equal shares thereof. |
|
Σε περίπτωση πλειόνων
δραστηριοτήτων, όταν είναι βέβαιο ότι καμία από αυτές δεν
προκάλεσε ολόκληρη τη ζημία ή κάποιο οριστό τμήμα της, αυτές που
είναι πιθανόν να έχουν [ελάχιστα] συμβάλει στη ζημία
τεκμαίρονται ότι έχουν προκαλέσει ίσα τμήματά της. |
|
|
|
Άρθ. 3:106. Αβέβαιες
αιτίες εντασσόμενες στη σφαίρα του θύματος |
|
The victim
has to bear his loss to the extent corresponding to the
likelihood that it may have been caused by an activity,
occurrence or other circumstance within his own sphere. |
|
Το θύμα πρέπει να υπομείνει
τη ζημία του στο βαθμό που ανταποκρίνεται στην πιθανότητα να
έχει προκληθεί από δραστηριότητα, συμβάν ή άλλη περίσταση που
εντάσσεται στην δική του σφαίρα. |
|
|
|
Ενότητα 2. Έκταση της ευθύνης |
|
|
|
Άρθ. 3:201. Έκταση
της ευθύνης |
|
Where an
activity is a cause within the meaning of Section 1 of this
Chapter, whether and to what extent damage may be attributed to
a person depends on factors such as |
|
Όταν μια δραστηριότητα
αποτελεί αιτία κατά την έννοια της ενότητας 1 αυτού του
κεφαλαίου, το αν και σε ποια έκταση η ζημία μπορεί να
καταλογισθεί σε ένα πρόσωπο εξαρτάται από παράγοντες όπως |
|
a) the
foreseeability of the damage to a reasonable person at the time
ofthe activity, taking into account in particular the closeness
in time or space between the damaging activity and its
consequence, or the magnitude of the damage in relation to the
normal consequences of such an activity; |
|
α) η προβλεψιμότητα της
ζημίας από ένα λογικό άνθρωπο κατά τη στιγμή της δραστηριότητας,
λαμβανομένων υπόψη συγκεκριμένα της χρονικής ή τοπικής εγγύτητας
μεταξύ της ζημιογόνας δραστηριότητας και της συνέπειάς της, ή
του μεγέθους της ζημίας σε σχέση με τις συνήθεις συνέπειες μιας
τέτοιας δραστηριότητας˙ |
|
b) the
nature and the value of the protected interest (Article 2:102); |
|
β) η φύση και η αξία του
προστατευόμενου συμφέροντος (άρθρο 2:102)˙ |
|
c) the
basis of liability (Article 1:101); |
|
γ) η βάση της ευθύνης (άρθρο
1:101)˙ |
|
d) the
extent of the ordinary risks of life; and |
|
δ) η έκταση των συνήθων
κινδύνων της ζωής˙ και |
|
e) the
protective purpose of the rule that has been violated. |
|
ε) ο προστατευτικός σκοπός
του κανόνα που έχει παραβιασθεί. |
|
|
|
ΤΙΤΛΟΣ ΙΙΙ. Βάσεις
ευθύνης |
|
|
|
|
|
|
|
Ενότητα 1.
Προϋποθέσεις ευθύνης βασιζόμε-νης σε υπαιτιότητα |
|
|
|
Άρθ. 4:101.
Υπαιτιότητα |
|
A person
is liable on the basis of fault for intentional or negligent
violation of the required standard of conduct. |
|
Ένα πρόσωπο ευθύνεται
υποκειμενικά για την εκ δόλου ή εξ αμελείας παράβαση του
απαιτούμενου μέτρου συμπεριφοράς. |
|
|
|
|
|
(1) The
required standard of conduct is that of the reasonable person in
the circumstances, and depends, in particular, on the nature and
value of the protected interest involved, the dangerousness of
the activity, the expertise to be expected of a person carrying
it on, the foreseeability of the damage, the relationship of
proximity or special reliance between those involved, as well as
the availability and the costs of precautionary or alternative
methods. |
|
(1) Το απαιτούμενο μέτρο
συμπεριφοράς είναι αυτό του λογικού ανθρώπου στις περιστάσεις,
και εξαρτάται, ιδιαίτερα, από τη φύση και την αξία του σχετικού
προστατευόμενου συμφέροντος, την επικινδυνότητα της
δραστηριότητας, τις ειδικές γνώσεις που αναμένονται από το
πρόσωπο που τη διενεργεί, την προβλεψιμότητα της ζημίας, τη
σχέση της εγγύτητας ή της ειδικής εμπιστοσύνης μεταξύ των
εμπλεκομένων, όπως επίσης και την διαθεσιμότητα και το κόστος
προληπτικών ή εναλλακτικών μεθόδων. |
|
(2) The
above standard may be adjusted when due to age, mental or
physical disability or due to extraordinary circumstances the
person cannot be expected to conform to it. |
|
(2) Το ως άνω μέτρο μπορεί να
προσαρμοσθεί όταν λόγω ηλικίας, πνευματικής ή σωματικής
ανικανότητας ή λόγω εξαιρετικών περιστάσεων δεν είναι δυνατόν να
αναμένεται από το πρόσωπο να ανταποκριθεί σε αυτό. |
|
(3) Rules
which prescribe or forbid certain conduct have to be considered
when establishing the required standard of conduct. |
|
(3) Κανόνες οι οποίοι
επιτάσσουν ή απαγορεύουν ορισμένη συμπεριφορά πρέπει να
λαμβάνονται υπόψη για τον καθορισμό του απαιτούμενου μέτρου
συμπεριφοράς. |
|
|
|
Άρθ. 4:103. Καθήκον
προστασίας άλλων από τη ζημία |
|
A duty to
act positively to protect others from damage may exist if law so
provides, or if the actor creates or controls a dangerous
situation, or when there is a special relationship between
parties or when the seriousness of the harm on the one side and
the ease of avoiding the damage on the other side point towards
such a duty. |
|
Καθήκον θετικής ενέργειας
προς προστασία άλλων από τη ζημία μπορεί να υπάρξει αν ο νόμος
το προβλέπει, ή αν ο δράσας δημιουργεί ή ελέγχει μια επικίνδυνη
κατάσταση, ή όταν υπάρχει ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των μερών ή
όταν η σοβαρότητα της ζημίας από τη μια πλευρά και η ευχέρεια
της αποφυγής της ζημίας από την άλλη υπαγορεύουν ένα τέτοιο
καθήκον. |
|
|
|
Ενότητα 2.
Αναστροφή του βάρους απόδειξης της υπαιτιότητας |
|
|
|
|
|
(1) The
burden of proving fault may be reversed in light of the gravity
of the danger presented by the activity. |
|
(1) Το βάρος απόδειξης της
υπαιτιότητας μπορεί να αναστραφεί ενόψει της σοβαρότητας του
κινδύνου που παρουσιάστηκε από τη δραστηριότητα. |
|
(2) The
gravity of the danger is determined according to the seriousness
of possible damage in such cases as well as the likelihood that
such damage might actually occur. |
|
(2) Η σοβαρότητα του κινδύνου
προσδιορίζεται σύμφωνα με την σοβαρότητα πιθανής ζημίας σε
τέτοιες περιπτώσεις όπως επίσης και με την πιθανότητα
πραγματικής επέλευσης τέτοιας ζημίας. |
|
|
|
Άρθ. 4:202. Ευθύνη
επιχειρήσεων |
|
(1) A
person pursuing a lasting enterprise for economic or
professional purposes who uses auxiliaries or technical
equipment is liable for any harm caused by a defect of such
enterprise or of its output unless he proves that he has
conformed to the required standard of conduct. |
|
(1) Πρόσωπο που ασκεί διαρκή
επιχειρηματική δραστηριότητα για οικονομικούς ή επαγγελματικούς
σκοπούς, το οποίο χρησιμοποιεί βοηθητικό προσωπικό ή τεχνικό
εξοπλισμό ευθύνεται για κάθε ζημία που προκαλείται από ελάττωμα
της δραστηριότητας αυτής ή από την παραγωγή της εκτός αν
αποδείξει ότι έχει επιδείξει το απαιτούμενο μέτρο συμπεριφοράς. |
|
(2)
„Defect“ is any deviation from standards that are reasonably to
be expected from the enterprise or from its products or
services. |
|
(2) «Ελάττωμα» είναι κάθε
απόκλιση από τα πρότυπα που ευλόγως αναμένονται από την
επιχείρηση ή από τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες της. |
|
Chapter 5. Strict liability |
|
Κεφάλαιο 5.
Αντικειμενική ευθύνη |
|
Art.
5:101. Abnormally dangerous activities |
|
|
|
(1) A
person who carries on an abnormally dangerous activity is
strictly liable for damage characteristic to the risk presented
by the activity and resulting from it. |
|
(1) Το πρόσωπο που διεξάγει
μια ασυνήθιστα επικίνδυνη δραστηριότητα ευθύνεται αντικειμενικά
για τη ζημία που είναι χαρακτηριστική του κινδύνου που
προκαλείται από τη δραστηριότητα αυτή και επέρχεται ως συνέπειά
της. |
|
(2) An
activity is abnormally dangerous if |
|
(2) Μια δραστηριότητα είναι
ασυνήθιστα επικίνδυνη αν |
|
a) it
creates a foreseeable and highly significant risk of damage even
when all due care is exercised in its management and |
|
α) δημιουργεί έναν προβλέψιμο
και ιδιαιτέρως σημαντικό κίνδυνο ζημίας ακόμα και όταν κάθε
απαιτούμενη επιμέλεια καταβάλλεται κατά τη διαχείρισή της και |
|
b) it is
not a matter of common usage. |
|
β) δεν αποτελεί ζήτημα κοινής
πρακτικής/ χρήσης. |
|
(3) A risk
of damage may be significant having regard to the seriousness or
the likelihood of the damage. |
|
(3) Ο κίνδυνος ζημίας μπορεί
να είναι σημαντικός αναφορικά με τη σοβαρότητα ή την πιθανότητα
της ζημίας. |
|
(4) This
Article does not apply to an activity which is specifically
subjected to strict liability by any other provision of these
Principles or any other national law or international
convention. |
|
(4) Αυτό το άρθρο δεν
εφαρμόζεται σε δραστηριότητα για την οποία ειδικά προβλέπεται
αντικειμενική ευθύνη σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη αυτών των Αρχών
ή σε οποιαδήποτε άλλη εθνική νομοθεσία ή διεθνή σύμβαση. |
|
|
|
|
|
(1)
National laws can provide for further categories of strict
liability for dangerous activities even if the activity is not
abnormally dangerous. |
|
(1) Εθνικοί νόμοι μπορούν να
προβλέπουν περαιτέρω κατηγορίες αντικειμενικής ευθύνης για
επικίνδυνες δραστηριότητες ακόμα και αν η δραστηριότητα δεν
είναι ασυνήθιστα επικίνδυνη. |
|
(2) Unless
national law provides otherwise, additional categories of strict
liability can be found by analogy to other sources of comparable
risk of damage. |
|
(2) Εκτός εάν εθνικός νόμος
προβλέπει το αντίθετο, πρόσθετες κατηγορίες αντικειμενικής
ευθύνης μπορούν να στοιχειοθετηθούν αναλογικά για άλλες πηγές
συγκρίσιμου κινδύνου ζημίας. |
|
|
|
Κεφάλαιο 6. Ευθύνη
για άλλους |
|
|
|
|
|
A person
in charge of another who is a minor or subject to mental
disability is liable for damage caused by the other unless the
person in charge shows that he has conformed to the required
standard of conduct in supervision. |
|
Όποιος ασκεί την εποπτεία
άλλου, ανηλίκου ή πνευματικώς ανικάνου, ευθύνεται για τη ζημία
που προκλήθηκε από τον άλλο εκτός εάν ο επιβλέπων αποδείξει ότι
ακολούθησε το απαιτούμενο μέτρο συμπεριφοράς κατά την επίβλεψη. |
|
|
|
|
|
(1) A
person is liable for damage caused by his auxiliaries acting
within the scope of their functions provided that they violated
the required standard of conduct. |
|
(1) Όποιος χρησιμοποιεί
προστηθέντες ευθύνεται για τη ζημία που προκλήθηκε από αυτούς
ενεργώντας στα πλαίσια των καθηκόντων τους, εφόσον παραβίασαν το
απαιτούμενο μέτρο συμπεριφοράς. |
|
(2) An
independent contractor is not regarded as an auxiliary for the
purposes of this Article. |
|
(2) Ο ανεξάρτητος εργολάβος
δεν θεωρείται προστηθείς για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου. |
|
|
|
ΤΙΤΛΟΣ IV. Αμυντικά
μέσα |
|
|
|
Κεφάλαιο 7. Αμυντικά
μέσα γενικώς |
|
|
|
Άρθ. 7:101. Αμυντικά
μέσα βασιζόμενα σε δικαιολόγηση της συμπεριφοράς |
|
(1)
Liability can be excluded if and to the extent that the actor
acted legitimately |
|
(1) Η ευθύνη μπορεί να
αποκλεισθεί αν και στο βαθμό που ο δράστης ενέργησε νόμιμα |
|
a) in
defence of his own protected interest against an unlawful attack
(self-defence), |
|
α) προς υπεράσπιση ενός δικού
του προστατευόμενου συμφέροντος απέναντι σε μια παράνομη επίθεση
(άμυνα), |
|
b) under
necessity, |
|
β) κάτω από ανάγκη, |
|
c) because
the help of the authorities could not be obtained in time
(self-help), |
|
γ) επειδή η βοήθεια από τις
αρχές δεν μπορούσε να φτάσει έγκαιρα (αυτοδικία), |
|
d) with
the consent of the victim, or where the latter has assumed the
risk of being harmed, or |
|
δ) με τη συναίνεση του
θύματος, ή όταν το τελευταίο έχει αναλάβει τον κίνδυνο να
υποστεί βλάβη, ή |
|
e) by
virtue of lawful authority, such as a licence. |
|
ε) δυνάμει νόμιμης εξουσίας,
όπως άδειας. |
|
(2)
Whether liability is excluded depends upon the weight of these
justifications on the one hand and the conditions of liability
on the other. |
|
(2) Το αν η ευθύνη θα
αποκλεισθεί εξαρτάται από το βάρος αυτών των αιτιολογήσεων από
τη μια πλευρά και από τις προϋποθέσεις της ευθύνης από την άλλη. |
|
(3) In
extraordinary cases, liability may instead be reduced. |
|
(3) Σε εξαιρετικές
περιπτώσεις, η ευθύνη μπορεί εναλλακτικά να περιοριστεί. |
|
|
|
|
|
(1) Strict
liability can be excluded or reduced if the injury was caused by
an unforeseeable and irresistible |
|
(1) Η αντικειμενική ευθύνη
μπορεί να αποκλεισθεί ή να περιοριστεί αν η ζημία προκλήθηκε από
μία απρόβλεπτη και αναπόφευκτη |
|
a) force
of nature (force majeure), or |
|
α) ανωτέρα βία (force majeure),
ή |
|
b) conduct
of a third party. |
|
β) συμπεριφορά τρίτου
προσώπου. |
|
(2)
Whether strict liability is excluded or reduced, and if so, to
what extent, depends upon the weight of the external influence
on the one hand and the scope of liability (Article 3:201) on
the other. |
|
(2) Το αν η αντικειμενική
ευθύνη θα αποκλεισθεί ή θα περιοριστεί, και αν ναι σε ποια
έκταση, εξαρτάται από το βάρος της εξωτερικής επιρροής από τη
μια πλευρά και την έκταση της ευθύνης (άρθρο 3:201) από την άλλη. |
|
(3) When
reduced according to paragraph (1)(b), strict liability and any
liability of the third party are solidary in accordance with
Article 9:101 (1)(b). |
|
(3) Σε περίπτωση περιορισμού
σύμφωνα με την παράγραφο (1)(β), η αντικειμενική ευθύνη και
οποιαδήποτε ευθύνη του τρίτου προσώπου είναι εις ολόκληρον
σύμφωνα με το άρθρο 9:101 (1)(β). |
|
|
|
Κεφαλαίο 8.
Συντρέχουσα δραστηριότητα ή συμπεριφορά |
|
|
|
Άρθ. 8:101.
Συντρέχουσα δραστηριότητα ή συμπεριφορά του θύματος |
|
(1)
Liability can be excluded or reduced to such extent as is
considered just having regard to the victim’s contributory fault
and to any other matters which would be relevant to establish or
reduce liability of the victim if he were the tortfeasor. |
|
(1) Η ευθύνη μπορεί να
αποκλεισθεί ή να περιοριστεί στο βαθμό που θεωρείται δίκαιο
λαμβανομένων υπόψη του συντρέχοντος πταίσματος του θύματος και
οποιωνδήποτε άλλων ζητημάτων σχετικών με την καθιέρωση ή τον
περιορισμό της ευθύνης του θύματος αν ήταν αυτό ο ζημιώσας. |
|
(2) Where
damages are claimed with respect to the death of a person, his
conduct or activity excludes or reduces liability according to
para. 1. |
|
(2) Όταν αξιώνεται αποζημίωση
αναφορικά με το θάνατο προσώπου, η συμπεριφορά ή η δραστηριότητά
του αποκλείει ή περιορίζει την ευθύνη σύμφωνα με την παράγραφο
1. |
|
(3) The
contributory conduct or activity of an auxiliary of the victim
excludes or reduces the damages recoverable by the latter
according to para. 1. |
|
(3) Η συντρέχουσα
δραστηριότητα ή συμπεριφορά του προστηθέντος του θύματος
αποκλείει ή περιορίζει την αποζημίωση του θύματος σύμφωνα με την
παράγραφο 1. |
|
|
|
ΤΙΤΛΟΣ V. Ζημία από
περισσοτέρους |
|
|
|
Κεφάλαιο 9. Ζημία
από περισσοτέρους |
|
|
|
|
|
(1)
Liability is solidary where the whole or a distinct part of the
damage suffered by the victim is attributable to two or more
persons. Liability is solidary where: |
|
(1) Η ευθύνη είναι εις
ολόκληρον όταν ολόκληρη ή ένα διακριτό μέρος της ζημίας που έχει
υποστεί το θύμα μπορεί να καταλογισθεί σε δύο ή περισσότερα
πρόσωπα. Η ευθύνη είναι εις ολόκληρον όταν: |
|
a) a
person knowingly participates in or instigates or encourages
wrongdoing by others which causes damage to the victim; or |
|
α) ένα πρόσωπο εν γνώσει του
συμμετέχει ή υποκινεί ή παροτρύνει την τέλεση αδικοπραξίας από
άλλους η οποία προκαλεί ζημία στο θύμα˙ ή |
|
b) one
person’s independent behaviour or activity causes damage to the
victim and the same damage is also attributable to another
person. |
|
β) η ανεξάρτητη συμπεριφορά ή
δραστηριότητα ενός προσώπου προκαλεί ζημία στο θύμα και η ίδια
ζημία μπορεί επίσης να καταλογισθεί και σε άλλο πρόσωπο. |
|
c) a
person is responsible for damage caused by an auxiliary in
circumstances where the auxiliary is also liable. |
|
γ) ένα πρόσωπο ευθύνεται για
τη ζημία που προκλήθηκε από τον προστηθέντα σε συνθήκες που
καθιστούν και τον προστηθέντα επίσης υπεύθυνο. |
|
(2) Where
persons are subject to solidary liability, the victim may claim
full compensation from any one or more of them, provided that
the victim may not recover more than the full amount of the
damage suffered by him. |
|
(2) Όταν περισσότεροι υπέχουν
ευθύνη εις ολόκληρον, το θύμα μπορεί να απαιτήσει πλήρη
αποζημίωση από οποιονδήποτε ή οποιουσδήποτε από αυτούς, υπό την
προϋπόθεση ότι το θύμα δεν μπορεί να λάβει περισσότερα από το
συνολικό ποσό της ζημίας που υπέστη. |
|
(3) Damage
is the same damage for the purposes of paragraph (1)(b) above
when there is no reasonable basis for attributing only part of
it to each of a number of persons liable to the victim. For this
purpose it is for the person asserting that the damage is not
the same to show that it is not. Where there is such a basis,
liability is several, that is to say, each person is liable to
the victim only for the part of the damage attributable to him. |
|
(3) Η ζημία είναι η ίδια
ζημία για τους σκοπούς της παραγράφου (1)(β) ανωτέρω όταν δεν
υπάρχει λογική βάση προς καταλογισμό μόνο μέρους της σε καθένα
από τα ευθυνόμενα απέναντι στο θύμα πρόσωπα. Για το σκοπό αυτό
το πρόσωπο που ισχυρίζεται ότι η ζημία δεν είναι η ίδια οφείλει
να αποδείξει ότι δεν είναι. Όταν υπάρχει τέτοια βάση, η ευθύνη
είναι διαιρετή, δηλαδή κάθε πρόσωπο ευθύνεται απέναντι στο θύμα
μόνο για το μέρος της ζημίας που καταλογίζεται σε αυτό. |
|
|
|
|
|
(1) A
person subject to solidary liability may recover a contribution
from any other person liable to the victim in respect of the
same damage. This right is without prejudice to any contract
between them determining the allocation of the loss or to any
statutory provision or to any right to recover by reason of
subrogation [cessio legis] or on the basis of unjust enrichment. |
|
(1) Πρόσωπο που ευθύνεται εις
ολόκληρον έχει δικαίωμα αναγωγής έναντι οποιουδήποτε άλλου
προσώπου που ευθύνεται απέναντι στο θύμα αναφορικά με την ίδια
ζημία. Αυτό το δικαίωμα δεν επηρεάζει οποιαδήποτε μεταξύ τους
σύμβαση η οποία προσδιορίζει την κατανομή της ζημίας ή
οποιαδήποτε νομοθετική διάταξη ή οποιοδήποτε δικαίωμα αναγωγής
δυνάμει υποκατάστασης [cessio legis] ή βάσει του αδικαιολόγητου
πλουτισμού. |
|
(2)
Subject to paragraph (3) of this Article, the amount of the
contribution shall be what is considered just in the light of
the relative responsibility for the damage of the persons
liable, having regard to their respective degrees of fault and
to any other matters which are relevant to establish or reduce
their liability. A contribution may amount to full
indemnification. If it is not possible to determine the relative
responsibility of the persons liable they are to be treated as
equally responsible. |
|
(2) Υπό την επιφύλαξη της
παραγράφου (3) του παρόντος άρθρου, το ποσό της αναγωγής θα
είναι ό,τι θεωρείται δίκαιο ενόψει της σχετικής ευθύνης για τη
ζημία των προσώπων που ευθύνονται, ανάλογα με το βαθμό
πταίσματος του καθενός και λαμβανομένων υπόψη και οποιωνδήποτε
άλλων ζητημάτων σχετικών με την καθιέρωση ή τον περιορισμό της
ευθύνης τους. Η αναγωγή μπορεί να οδηγήσει σε πλήρη ικανοποίηση.
Αν δεν είναι δυνατόν να προσδιοριστεί η σχετική ευθύνη των
προσώπων που ευθύνονται, όλοι θεωρούνται υπεύθυνοι κατά ίσα μέρη. |
|
(3) Where
a person is liable for damage done by an auxiliary under Article
9:101 he is to be treated as bearing the entire share of the
responsibility attributable to the auxiliary for the purposes of
contribution between him and any tortfeasor other than the
auxiliary. |
|
(3) Όταν ένα πρόσωπο
ευθύνεται για τη ζημία που προκλήθηκε από τον προστηθέντα κατά
το άρθρο 9:101, θεωρείται ότι φέρει όλο το μέρος της ευθύνης που
αποδίδεται στον προστηθέντα για τους σκοπούς της αναγωγής μεταξύ
αυτού και οποιουδήποτε ζημιώσαντος άλλου από τον προστηθέντα. |
|
(4) The
obligation to make contribution is several, that is to say, the
person subject to it is liable only for his apportioned share of
responsibility for the damage under this Article; but where it
is not possible to enforce a judgment for contribution against
one person liable his share is to be reallocated among the other
persons liable in proportion to their responsibility. |
|
(4) Η υποχρέωση συμμετοχής
στην αποζημίωση είναι διαιρετή, δηλαδή το πρόσωπο που υπόκειται
σε αυτή ευθύνεται μόνο για το μέρος της ευθύνης ως προς τη ζημία
που του αναλογεί σύμφωνα με αυτό το άρθρο˙ αλλά όταν δεν είναι
δυνατόν να εκτελεστεί η απόφαση για συμμετοχή στην αποζημίωση
κατά ενός προσώπου που ευθύνεται, το μερίδιό του επιμερίζεται
μεταξύ των υπόλοιπων προσώπων που ευθύνονται αναλόγως της
ευθύνης τους. |
|
|
|
ΤΙΤΛΟΣ VI. Ένδικα
βοηθήματα |
|
|
|
Κεφάλαιο 10.
Αποζημίωση |
|
|
|
Ενότητα 1.
Αποζημίωση γενικά |
|
|
|
|
|
Damages
are a money payment to compensate the victim, that is to say, to
restore him, so far as money can, to the position he would have
been in if the wrong complained of had not been committed.
Damages also serve the aim of preventing harm. |
|
Η αποζημίωση είναι χρηματική
καταβολή προς επανόρθωση της ζημίας του θύματος, δηλαδή προς
αποκατάστασή του, στο βαθμό στον οποίο τα χρήματα μπορούν, στη
θέση που θα βρισκόταν αν η αδικοπραξία δεν είχε τελεστεί. Η
αποζημίωση επίσης στοχεύει στην πρόληψη της ζημίας. |
|
|
|
Άρθ. 10:102. Εφάπαξ
ποσό ή περιοδικές κα-ταβολές |
|
Damages
are awarded in a lump sum or as periodical payments as
appropriate with particular regard to the interests of the
victim. |
|
Η αποζημίωση επιδικάζεται σε
εφάπαξ ποσό ή σε περιοδικές καταβολές, όπως αρμόζει λαμβανομένου
ιδιαιτέρως υπόψη του συμφέροντος του θύματος. |
|
|
|
Άρθ. 10:103. Οφέλη
που αποκομίζονται από το ζημιογόνο γεγονός |
|
When
determining the amount of damages benefits which the injured
party gains through the damaging event are to be taken into
account unless this cannot be reconciled with the purpose of the
benefit. |
|
Κατά τον προσδιορισμό του
ποσού της αποζημίωσης οφέλη που ο ζημιωθείς αποκομίζει μέσω του
ζημιογόνου γεγονότος λαμβάνονται υπόψη εκτός εάν αυτό δεν μπορεί
να συμβιβαστεί με το σκοπό του οφέλους. |
|
|
|
Άρθ. 10:104.
Αποκατάσταση σε είδος |
|
Instead of
damages, restoration in kind can be claimed by the injured party
as far as it is possible and not too burdensome to the other
party. |
|
Αντί για αποζημίωση,
αποκατάσταση σε είδος μπορεί να ζητηθεί από τον ζημιωθέντα στο
βαθμό που είναι δυνατή και εάν δεν είναι ιδιαιτέρως επαχθής για
το άλλο μέρος. |
|
|
|
Ενότητα 2.
Περιουσιακή ζημία |
|
|
|
|
|
Recoverable pecuniary damage is a diminution of the victim’s
patrimony caused by the damaging event. Such damage is generally
determined as concretely as possible but it may be determined
abstractly when appropriate, for example by reference to a
market value. |
|
Αποκαταστατέα περιουσιακή
ζημία συνιστά η μείωση της περιουσίας του θύματος που προκλήθηκε
από το ζημιογόνο γεγονός. Αυτή η ζημία γενικά προσδιορίζεται όσο
το δυνατόν περισσότερο συγκεκριμένα, αλλά δυνατόν να
προσδιοριστεί αφηρημένα όταν αρμόζει, π. χ. με αναφορά στην τιμή
της αγοράς. |
|
|
|
Άρθ. 10:202.
Σωματική βλάβη και θάνατος |
|
(1) In the
case of personal injury, which includes injury to bodily health
and to mental health amounting to a recognised illness,
pecuniary damage includes loss of income, impairment of earning
capacity (even if unaccompanied by any loss of income) and
reasonable expenses, such as the cost of medical care. |
|
(1) Σε περίπτωση σωματικής
βλάβης, η οποία περιλαμβάνει βλάβη στη σωματική υγεία και στην
πνευματική υγεία που καταλήγει σε γνωστή ασθένεια, η περιουσιακή
ζημία περιλαμβάνει απώλεια εισοδήματος, μείωση της ικανότητας
επίτευξης κέρδους (ακόμα και αν δεν συνοδεύεται από απώλεια
εισοδήματος) και εύλογες δαπάνες, περιλαμβανομένων των δαπανών
ιατρικής περίθαλψης. |
|
(2) In the
case of death, persons such as family members whom the deceased
maintained or would have maintained if death had not occurred
are treated as having suffered recoverable damage to the extent
of loss of that support. |
|
(2) Σε περίπτωση θανάτου,
πρόσωπα όπως τα μέλη της οικογένειας τα οποία ο αποθανών
διέτρεφε ή θα διέτρεφε αν ο θάνατος δεν είχε επέλθει,
αντιμετωπίζονται ως έχοντα υποστεί αποκαταστατέα ζημία στην
έκταση της απώλειας αυτής της διατροφής. |
|
|
|
|
|
(1) Where
a thing is lost, destroyed or damaged, the basic measure of
damages is the value of the thing or the diminution in its value
and for this purpose it is irrelevant whether the victim intends
to replace or repair the thing. However, if the victim has
replaced or repaired it (or will do so), he may recover the
higher expenditure thereby incurred if it is reasonable to do
so. |
|
(1) Όταν ένα πράγμα απόλλυται,
καταστρέφεται ή βλάπτεται, το βασικό μέτρο της αποζημίωσης είναι
η αξία του πράγματος ή η μείωση της αξίας του και για το σκοπό
αυτό είναι αδιάφορο αν το θύμα σκοπεύει να αντικαταστήσει ή να
επιδιορθώσει το πράγμα. Πάντως, αν το θύμα έχει αντικαταστήσει ή
έχει επιδιορθώσει το πράγμα (ή αν θα το αντικαταστήσει ή θα το
επιδιορθώσει), μπορεί να λάβει την υψηλότερη δαπάνη στην οποία
έχει υποβληθεί ή θα υποβληθεί αν αυτό είναι εύλογο. |
|
(2)
Damages may also be awarded for loss of use of the thing,
including consequential losses such as loss of business. |
|
(2) Αποζημίωση μπορεί επίσης
να επιδικαστεί για την απώλεια της χρήσης του πράγματος,
συμπεριλαμβανομένων και περαιτέρω ζημιών όπως της απώλειας
εργασίας. |
|
|
|
Ενότητα 3. Μη περιουσιακή ζημία |
|
|
|
Άρθ. 10:301. Μη
περιουσιακή ζημία |
|
(1)
Considering the scope of its protection (Article 2:102), the
violation of an interest may justify compensation of
non-pecuniary damage. This is the case in particular where the
victim has suffered personal injury; or injury to human dignity,
liberty, or other personality rights. Non-pecuniary damage can
also be the subject of compensation for persons having a close
relationship with a victim suffering a fatal or very serious
non-fatal injury. |
|
(1) Λαμβάνοντας υπόψη την
έκταση της προστασίας του (άρθρο 2:102), η προσβολή ενός
συμφέροντος μπορεί να δικαιολογεί αποκατάσταση της μη
περιουσιακής ζημίας. Αυτό ειδικά συμβαίνει όταν το θύμα έχει
υποστεί σωματική βλάβη˙ ή προσβολή στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια,
ελευθερία ή σε άλλα δικαιώματα της προσωπικότητας. Μη
περιουσιακή ζημία μπορεί επίσης να είναι το αντικείμενο της
αποζημίωσης των προσώπων που έχουν στενή σχέση με το θύμα
θανατηφόρας ή πολύ σοβαρής μη θανατηφόρας σωματικής βλάβης. |
|
(2) In
general, in the assessment of such damages, all circumstances of
the case, including the gravity, duration and consequences of
the grievance, have to be taken into account. The degree of the
tortfeasor’s fault is to be taken into account only where it
significantly contributes to the grievance of the victim. |
|
(2) Γενικά, κατά την
αποτίμηση τέτοιας αποζημίωσης, όλες οι περιστάσεις της υπόθεσης,
συμπεριλαμβανομένων της βαρύτητας, της χρονικής διάρκειας και
συνεπειών της στενοχώριας, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη. Ο βαθμός
της υπαιτιότητας του ζημιώσαντος πρέπει να λαμβάνεται υπόψη μόνο
όταν έχει ουσιωδώς συντελέσει στην στενοχώρια του θύματος. |
|
(3) In
cases of personal injury, non-pecuniary damage corresponds to
the suffering of the victim and the impairment of his bodily or
mental health. In assessing damages (including damages for
persons having a close relationship to deceased or seriously
injured victims) similar sums should be awarded for objectively
similar losses. |
|
(3) Σε περιπτώσεις σωματικής
βλάβης, η μη περιουσιακή ζημία αντιστοιχεί στον πόνο του θύματος
και στη βλάβη της σωματικής ή πνευματικής του υγείας. Για τον
προσδιορισμό της αποζημίωσης (συμπεριλαμβανομένης της
αποζημίωσης των προσώπων που έχουν στενή σχέση με θανόντες ή
σοβαρά βλαβέντες) παρόμοια ποσά πρέπει να επιδικάζονται για
αντικειμενικά παρόμοιες απώλειες. |
|
|
|
Ενότητα 4. Μείωση
της αποζημίωσης |
|
|
|
Άρθ. 10:401. Μείωση
της αποζημίωσης |
|
In an
exceptional case, if in light of the financial situation of the
parties full compensation would be an oppressive burden to the
defendant, damages may be reduced. In deciding whether to do so,
the basis of liability (Article 1:101), the scope of protection
of the interest (Article 2:102) and the magnitude of the damage
have to be taken into account in particular. |
|
Σε εξαιρετική περίπτωση, αν
ενόψει της οικονομικής κατάστασης των μερών η πλήρης αποζημίωση
θα αποτελούσε καταπιεστικό βάρος για τον εναγόμενο, η αποζημίωση
μπορεί να μειωθεί. Για να αποφασιστεί αν η αποζημίωση θα μειωθεί,
η βάση της ευθύνης (άρθρο 1:101), η έκταση της προστασίας του
συμφέροντος (άρθρο 2:102) και το μέγεθος της ζημίας πρέπει να
λαμβάνονται ιδιαιτέρως υπόψη. |